Η μ έ σ η ο δ ό ς τ ο υ Ι μ μ ά ν ο υ ε λ Κ α ν τ
Του Πάνου Ηλιόπουλου
Ο Καντ δεν είναι εκλεκτικιστής αλλά ένας φιλόσοφος που επιδιώκει το “Mittelweg”, δηλαδή τη «μέση οδό», ανάμεσα σε δύο θέσεις. Εξ’ άλλου ο Hegel δήλωνε πως ο εκλεκτικισμός αποτελεί τον θάνατο της φιλοσοφίας
[i]. Έτσι ο Καντ βρίσκεται στο μέσο μιας αντιπαλότητας των δύο αυτών θέσεων, αντιπαλότητας μεταξύ των ορθολογιστών της deductio (παραγωγική μέθοδος) και των εμπειριστών της inductio (επαγωγική μέθοδος). Ο ίδιος ξεκίνησε ως ορθολογιστής αλλά επηρεάστηκε από τον εμπειρισμό στη συνέχεια και κυρίως τον απασχόλησε η φιλοσοφική οπτική του David Hume και ο ισχυρός σκεπτικισμός του που αφαιρούσε στην ουσία από την επιστήμη τη δυνατότητα της ύπαρξης. Στην εισαγωγή της Κριτικής του Καθαρού Λόγου λέει πως: «…από την άποψη του χρόνου δεν έχουμε καμιά γνώση μέσα μας που να προηγείται από την εμπειρία-όλες αρχίζουν με αυτήν…αλλά κι αν κάθε γνώση μας πρωταρχίζει με την εμπειρία, αυτό δεν σημαίνει ότι και καθεμία πηγάζει από την εμπειρία»
[ii]. Έτσι καθιερώνει το τρίτο φιλοσοφικό ρεύμα, τον Κριτικισμό που έρχεται ως σύνθεση, σύμφωνα με το Εγελιανό σχήμα, ανάμεσα στη θέση και αντίθεση του ορθολογισμού των Descartes, Spinoza, Leibniz και Wolff και του εμπειρισμού των Hobbes, Locke και Hume.
Δεν αποτελεί η σύνθεση αυτή μια σύνθεση με τη στενή έννοια του όρου αλλά μια σύνθεση με την ευρύτερη δυνατή έννοια καθώς συναντώνται κρίσιμα στοιχεία και από τα δύο αυτά ρεύματα μέσα όμως από μία ισχυρή κριτική διαδικασία, ένα «δικαστήριο», όπως το θέτει ο ίδιος ο Καντ. Σκοπός της Κριτικής είναι ο έλεγχος των αρχών των δύο ρευμάτων, η κονιορτοποίηση αλλά ταυτόχρονα η εκ νέου αναζήτηση της Μεταφυσικής, μιας Μεταφυσικής που είναι πλέον δυνατή όχι μέσω των θεολογικών και μεταφυσικών συγγραμμάτων που ο Hume κάποτε ζήτησε να καούν αλλά μέσω των ορθών προϋποθέσεων που θέτει η Κριτική και με τη διαμεσούργηση των συνθετικών a priori εννοιών. Ο Καντ δεν επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα διαχρονικά προβλήματα της Μεταφυσικής αλλά αναπτύσσει μια κριτική μέθοδο- προάγγελο ενός συστήματος μελλοντικού στα πλαίσια της οποίας θα θεμελιωθεί η δυνατότητα της επίλυσης κάθε μεταφυσικού προβλήματος. Η θεμελιωδέστερη προϋπόθεση της κριτικής του Καθαρού Λόγου είναι εκείνη της περατότητας της γνώσης
[iii]. Μεταβάλλοντας σε υπέρτατο φιλοσοφικό ερώτημα τις προϋποθέσεις και τη δυνατότητα του γιγνώσκειν ο Καντ γίνεται ο Κοπέρνικος της Φιλοσοφίας, αντιστρέφει την αναζήτηση του λόγου προς τα πράγματα σε αναζήτηση της ίδιας της βαθύτερης ουσίας του λόγου, της δυνατότητας και της προοπτικής του στη διαχρονικότητα της επιστήμης καθαυτής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Καντ δημιουργεί Γνωσιολογία, με τη Σωκρατική του μέθοδο που δεν αφήνει τίποτε να μην ερωτάται, τίποτε που να μην ελέγχεται από το κριτικό του δικαστήριο.
Εργαλεία χρήσιμα στη διαδικασία του φιλοσοφείν είναι οι έννοιες. Φιλοσοφία είναι η δια των εννοιών εργασία, μας λέει ο Hegel. «Η έννοια έχει την έδρα της στην a priori γνωστική σας δύναμη»
[iv], μας λέει ο Καντ στην εισαγωγή της δεύτερης έκδοσης. Το υποκείμενο πρέπει να αναδιπλωθεί στον εαυτό του και από αυτή την εσωτερική αναδίπλωση (Reflektion) να αναζητηθεί η γνώση. Η εμπειρία έρχεται κατακερματισμένη, τα δεδομένα από τον αισθητό κόσμο έρχονται με μια αλλεπάλληλη σειρά εικόνων, οσμών, ήχων χωρίς να υπάρχει ένας προφανής συνδετικός κρίκος που να ενώνει όλη αυτή την παραγωγή της εμπειρίας και να της δίνει μια διαρκή συνοχή. Πίσω λοιπόν από την εμπειρία βρίσκονται τα προτερολογικά (a priori) αυτά στοιχεία που δίνουν στις εμπειρικές γνώσεις ενότητα. Φτάνουμε έτσι σε ένα βασικό συμπέρασμα, μόνες οι αισθήσεις είναι τυφλές αλλά και οι μορφές της νόησης είναι κενές από μόνες τους.
Το ζητούμενο είναι το εφικτόν της επιστήμης ως θεωρητικής γνώσης του λόγου και η εφαρμοσιμότητα της ως πρακτικής γνώσης του λόγου. Το αν μια γνώση μπορεί να ακολουθήσει τον «ασφαλή δρόμο μιας επιστήμης»
[v] εξαρτάται πρώτιστα από το αν περιέρχεται σε στασιμότητα ή ξαναγυρίζει πίσω για να ακολουθήσει ένα νέο δρόμο. Η Λογική με τα σαφώς καθορισμένα όρια της δεν συμπλέκεται με τα όρια άλλων επιστημών, δεν περιέρχεται στην ανάγκη να γυρίσει πίσω αλλά δεν μπόρεσε να προχωρήσει μπροστά αν και αποτελεί προπαιδευτική μάθηση κάθε επιστήμης. Παρατηρεί δε, ο Καντ, πως είναι απαραίτητη κάποια a priori γνώση και χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από τα Μαθηματικά λέγοντας πως αυτή χρησιμοποίησε ο Θαλής για την απόδειξη του ισοπλεύρου τριγώνου καθώς δεν χρειάστηκε να εφαρμόσει μία κατά βήμα παρακολούθηση του αντικειμένου που εξέταζε αλλά αρκούσε η δια της έννοιας παραγωγή του με τη χρήση της a priori αυτής γνώσης. Στον τομέα της Φυσικής υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα όπως των σφαιρών του Galilei ή των πειραμάτων με το βάρος, του Torricelli, που συντείνουν προς το ότι ο λόγος δεν ακολουθεί ως δεσμώτης τη φυσική πραγματικότητα αλλά συμπορεύεται μαζί της βάσει αρχών και ο ίδιος ο λόγος ενορά και κρίνει πριν επαληθεύσει μέσω της πραγματικότητας. Οι a priori αυτές γνώσεις, βεβαιώνει ο Καντ, έχουν χαρακτήρα αναγκαίο και καθολικό και είναι φρόνιμο να χρησιμοποιεί κανείς χωριστά τα δύο αυτά κριτήρια μιας και τα γνωρίσματα αυτά των a priori γνώσεων είναι στενά αλληλένδετα και το καθένα καθαυτό αλάθητο
[vi]. Ο Καντ συμφωνεί με τον Hume στο ότι δεν υπάρχει γνώση για τα αντικείμενα που να προέρχεται από τον καθαρό λόγο και μόνο, πιστεύει όμως πως υπάρχει μια a priori γνώση των όρων της εμπειρίας των πραγμάτων και των μορφών και νόμων που έχουμε εμείς για τα φαινόμενα. Αυτή ακριβώς η λειτουργία της διάνοιας καθιστά δυνατή την παράσταση ενός αντικείμενου. Χωρίς τις πρωταρχικές κρίσεις και έννοιες που υπάρχουν στη νόηση δεν υπάρχει καμιά γνώση του αντικειμένου μιας παράστασης που να προέρχεται από τον κόσμο της εμπειρίας
[vii].
Πώς θεμελιώνεται όμως η Μεταφυσική; Ο Αριστοτέλης λέγει πως «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει»
[viii], ο Καντ σε μια επιστολή του προς τον Mendelssohn το 1776 γράφει πως πολύ απέχει από το να θεωρεί τη Μεταφυσική ως ασήμαντη και περιττή και πως η αληθινή και διαρκής ευτυχία του ανθρωπίνου γένους εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από αυτή
[ix], και στον πρόλογο της Α’ έκδοσης πως τον απασχολεί «η δυνατότητα ή μη δυνατότητα μιας Μεταφυσικής γενικά…βάσει αρχών»
[x]. Παραδέχεται πως η φύση βασανίζει το λόγο με ασίγαστη ορμή «σαν να επρόκειτο για μια από τις πιο σημαντικές υποθέσεις του [η Μεταφυσική]»
[xi] και πως ίσως να πρέπει να συντελεστεί μια νέα επανάσταση στη σκέψη, αντίστοιχη της των Μαθηματικών και της Φυσικής όπου το αντικείμενο να ρυθμίζεται προς τη γνώση μας και όχι το αντίστροφο. Έτσι λοιπόν θα έπρεπε να αναζητηθεί ο καθαρός λόγος σε ό,τι μπορεί να επιβεβαιωθεί ή να αναιρεθεί με το πείραμα, πράγμα διόλου συμβατό, ιδιαίτερα όταν οι προτάσεις του καθαρού λόγου υπερβαίνουν τα όρια της εμπειρίας. Γι’ αυτό κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο με έννοιες και θεμελιώδεις αρχές που μπορούμε να δεχτούμε a priori. Αυτές οι αρχές, επισημαίνει ο Καντ, θα πρέπει να μπορούν να θεωρηθούν από δύο σκοπιές. Πρώτον, ως αντικείμενα των αισθήσεων και της νόησης για την εμπειρία και δεύτερον ως αντικείμενα του λόγου που τείνει έξω από την εμπειρία. Αν διπλά έτσι ιδωμένα τα πράγματα επιτυγχάνουμε συμφωνία με την αρχή του καθαρού λόγου, ενώ μονομερώς ιδωμένα προκύπτει διάσταση του λόγου με τον εαυτό του, τότε θέτουμε ως κριτή σε αυτή την περίπτωση το πείραμα.
Η Μεταφυσική, επομένως, μπορεί να πάρει το δρόμο της επιστήμης όσον αφορά το μέρος της το σχετικό με έννοιες a priori που τα αντίστοιχα αντικείμενα τους μπορούν να δοθούν σε μιαν εμπειρία σύμμετρη προς εκείνες. Όσον αφορά όμως το πέρα από τα όρια της δυνατής εμπειρίας μέρος της, το οποίο αποτελεί συγχρόνως και το σπουδαιότερο τμήμα της, δεν μπορούμε να ελπίζουμε στο ίδιο αποτέλεσμα μιας και η γνώση φτάνει μόνο ως τα φαινόμενα. Το υπεραισθητό δεν γνωρίζεται. Το Απόλυτο όμως, λέει ο Καντ, ελλοχεύει παντού και μας εξωθεί πέρα από τα όρια της εμπειρίας και των φαινομένων. Μπορεί λοιπόν μέσα στην περιοχή της πρακτικής γνώσης να υπάρχουν δεδομένα που να επιτρέπουν στον καθαρό λόγο να καθορίσει την υπερβατική (transzendental) λογική έννοια του Απολύτου και κατ’ αυτόν τον τρόπο να υπερβεί τα όρια της δυνατής εμπειρίας στηριζόμενος στην a priori γνώση μας που είναι δυνατή μόνο από άποψη πρακτική.
Αυτή είναι η προσπάθεια της «Κριτικής του Καθαρού Λόγου», να αλλάξει τη μέθοδο και όχι να συστηματοποιήσει την επιστήμη κατά έναν τρόπο μονομερή ή όπως το διατυπώνει ο ίδιος ο Καντ «…γνώρισμα του καθαρού θεωρητικού λόγου είναι ότι μπορεί και οφείλει να σταθμίζει με ακρίβεια τη δύναμη του κατά τους διάφορους τρόπους που εκλέγει τα νοητά του αντικείμενα και να απαριθμεί ολικά αυτούς τους τρόπους με τους οποίους θέτει προβλήματα στον εαυτό του για λύση, κι έτσι να σκιαγραφεί τη όλη προϋποτύπωση για ένα Σύστημα της Μεταφυσικής…»
[xii]. Μια τέτοια Μεταφυσική, καθηρμένη από την κριτική, θα μπορούσε να ειπωθεί πως ασκεί ένα ρόλο μόνον αρνητικής ωφέλειας καθώς μας περιορίζει από το να προχωρήσουμε πέρα από τα όρια της εμπειρίας με τον θεωρητικό λόγο αλλά τελικά ενέχει και μία θετική και ακραιφνώς πρακτική ωφέλεια, το ότι υπάρχει μια στένωση της χρήσης του λόγου αλλιώς οι αρχές θα επέκτειναν τα όρια της αισθητικότητας και θα εκτόπιζαν την πρακτική (ηθική) και καθαρή χρήση του λόγου.
Μέσα στην Κριτική θα προκύψει ο αυτοπεριορισμός του λόγου, η εγκατάλειψη του κυνηγιού των χιμαιρών και των «αδιάσειστων» αληθειών που ο νόστος του Λόγου προς το Απόλυτο γεννούσε. Κάθε θεωρητική γνώση του λόγου περιορίζεται σε αντικείμενα της εμπειρίας. Τα αντικείμενα αυτά κι αν ακόμη δεν μπορούν να γνωσθούν πρέπει τουλάχιστον να μπορούν να νοηθούν. Ο Καντ διαχωρίζει σε πράγματα ως αντικείμενα της εμπειρίας και σε πράγματα καθ’ εαυτά. Τα πράγματα καθ’ εαυτά δεν μπορούν να γνωσθούν
[xiii]. Η διττότητα όμως αυτή των πραγμάτων τους προσδίδει μιαν αμφισημία πολύ χρηστική και καθιστά εφικτό τον κριτικό διαχωρισμό σε δύο τρόπους παραστάσεως, την κατ’ αίσθηση παράσταση και τη νοητική. Έτσι η ανθρώπινη βούληση, παραδείγματος χάριν, μπορεί να θεωρηθεί ως υποταγμένη στο φυσικό νόμο όσον αφορά στη θεώρηση της στον κόσμο των φαινομένων ή ως ελεύθερη, ως πράγμα καθ’ εαυτό, μη υποταγμένο στον κόσμο των φαινομένων. Η αμφισημία αυτή και η δυνατότητα των νοητικών και των αισθητικών παραστάσεων αίρει την αντίφαση ως προς την φύση και την ουσία της ανθρώπινης βούλησης μιας και αυτή μπορεί να βιωθεί κατά έναν τρόπο ή να νοηθεί κατά έναν άλλον ο οποίος βρίσκεται πίσω και πέρα από την εμπειρία. Αντίστοιχα, αξιολογούμε την Ηθικότητα σε σχέση με την ελευθερία και το μηχανισμό της φύσεως και διαπιστώνουμε πλέον τη μη ύπαρξη κάποιας αντίφασης, πράγμα που δεν θα συνέβαινε όμως «…αν η κριτική δεν μας είχε ανοίξει προηγουμένως τα μάτια…»
[xiv], όσον αφορά στην άγνοια που έχουμε για τα πράγματα καθ’ εαυτά και το τι μπορούμε τελικά να γνωρίσουμε με τη θεωρητική μας σκέψη. Εδώ τίθεται ένα περίπλοκο όσο και καινοφανές διανοητικό διάγραμμα σε σχέση με μέγιστα μεταφυσικά προβλήματα όπως ο Θεός, η ελευθερία και η αθανασία. Φτάνοντας, λέει ο Καντ, ο λόγος σε αυτές τις έννοιες με «υπέρμετρες άμεσες εποπτείες»
[xv], δηλαδή με υπερβατικές ενοράσεις, εφαρμόζεται σε πράγματα που δεν μπορούν να είναι αντικείμενα της εμπειρίας και τα μεταμορφώνει σε φαινόμενα καθιστώντας ανέφικτη την πρακτική διεύρυνση του πρακτικού λόγου. «Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω τη γνώση [δηλ. την άκαρπη μεταφυσική γνώση] για να κερδίσω τόπο για την πίστη [την πίστη στη δυνατότητα της πρακτικής- ηθικής γνώσεως]
[xvi]…»
[xvii], λέει ο Καντ αντιμαχόμενος, όπως υποστηρίζει, το δογματισμό.
Παράλληλα στρέφεται ενάντια του Ιδεαλισμού, που θεωρείται αθώος, όπως λέει, και τον ονομάζει σκάνδαλο της φιλοσοφίας γιατί είναι υποχρεωμένος να δέχεται την ύπαρξη των πραγμάτων του εξωτερικού κόσμου με τη μορφή πίστης. Έτσι δεν αφήνει περιθώρια για επαρκή απόδειξη και υποστήριξη ενός τέτοιου ζητήματος σε περίπτωση αμφισβήτησης. Προσθέτει ακόμη πως υπάρχει συνείδηση της ύπαρξης μας μέσα στο χρόνο η οποία είναι συνδεδεμένη με τη συνείδηση μιας σχέσης με κάτι έξω από εμάς και αυτή η σύνδεση που διατυπώνεται τόσο ξεκάθαρα είναι η εμπειρία και η αίσθηση και όχι κάποια μορφή φαντασίας. Η πραγματικότητα της εξωτερικής αισθήσεως είναι κατ’ αναγκαιότητα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα της εσωτερικής αισθήσεως ώστε η εμπειρία να γίνει δυνατή. Αισθανόμαστε βέβαιοι ότι υπάρχουν πράγματα έξω από εμάς που αναφέρονται στις αισθήσεις αλλά άλλο τόσο αισθανόμαστε τη βεβαιότητα ότι εμείς υπάρχουμε μέσα στο πεδίο του χρόνου και δεχόμαστε την εξωτερική εμπειρία.
Η Κριτική δεν αντιτίθεται στο δογματισμό ως φυσικό χαρακτηριστικό της επιστήμης με την έννοια των προτερολογικών αρχών αλλά στο δογματισμό εννοιών ανεξερεύνητων που χρησιμοποιούνται από καιρό χωρίς αποδεικτικό υπόβαθρο. Η Κριτική, επομένως, είναι το απαραίτητο προστάδιο για μια Μεταφυσική γερά θεμελιωμένη που θα δουλευτεί συστηματικά και δογματικά ως επιστήμη. Εδώ ο Καντ αποδίδει σεβασμό στη μέθοδο του Wolff ο οποίος έδειξε πως για την πρόοδο της επιστήμης χρειάζεται έγκυρη θέση των αρχών, σαφής καθορισμός των εννοιών, δοκιμασμένη αυστηρότητα των αποδείξεων και αποφυγή τολμηρών αλμάτων στη συναγωγή συμπερασμάτων
[xviii]. Ο ορθολογισμός αυτός της διαχείρισης της μεθόδου είναι αναντικατάστατος και μόνο όσοι υποσκάπτουν τα θεμέλια της ίδιας της επιστήμης θα ήταν ενάντιοι σε μια τέτοια διακήρυξη. Δεν διατυπώνεται μόνο μια Γνωσιολογία αλλά ταυτόχρονα, συνολικά, και μια Επιστημολογία
[xix].
Πόθος του εσωτερικός υπήρξε το να συνεχίσει το έργο μια καινούρια γενιά φιλοσόφων με εργαλείο και σκαπάνη την Κριτική του Καθαρού Λόγου μιας και ο Καντ ουδέποτε ήταν ένας άνθρωπος που η επιστημονικότητα του δεν συνέπιπτε με το ηθικό του ποιον και που τα κίνητρα του απέναντι στην επιστήμη να τα διακατέχει η μωροδοξία ή η ανταγωνιστική φιλοδοξία. Απόδειξη η στάση του απέναντι στο έργο του David Hume που τον προσανατόλισε στην ανεύρεση μιας έντιμης επιστημονικής απάντησης προς τον μεγάλο Σκώτο φιλόσοφο και τον οδήγησε να ξεπεράσει την παραδοσιακή ορθολογιστική γραμμή της Γερμανίας, όχι προς όφελος αυτής των πραγματοκρατών αλλά προς όφελος της μεθοδολογίας της φιλοσοφίας, της Μεταφυσικής και της Γνωσιολογίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
· Αυγελής Ν., Εισαγωγή στη φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη, 2001
· Baumgartner H. M., Kants “Kritik der reinen Vernunft“, Anleitung zur Lektüre, Freiburg, 1991
· Δημητρακόπουλος Μ. Φ., Μελέτες κριτικής φιλοσοφίας και μεταφυσικής, Αθήνα, 2005
· Δημητρακόπουλος Μ. Φ, Διαλεκτική ψυχολογία και υπερβατική συνειδησιολογία στην κριτική ιδεοκρατία του Καντ, Αθήνα, 1983
· Δημητρακόπουλος Μ. Φ, Φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, Αθήνα, 1993
· Δημητρακόπουλος Μ. Φ, Στοιχείωση Ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας, Αθήνα 2003
· Έκο Ουμπέρτο, Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος,, 1997
· Grondin J., Kant zur Einführung, Hamburg, 1994
· Heidegger M., Kant und das Problem der Metaphysik, Frankfurt a.M., 1929
· Heimsoeth H., Transzendentale Dialektik, Berlin, 1966-71
· Kant Immanuel, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Μτφ. Α. Γιανναράς, Αθήνα, 1976
· Kant Immanuel, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Μτφ. Μ. Φ. Δημητρακόπουλος, Αθήνα, 1999
· Kant Immanuel, Κριτική του Πρακτικού Λόγου, Μτφ. Μ. Φ. Δημητρακόπουλος, Αθήνα, 2003
· Kobusch Th., Die Entdeckung Der Person. Metaphysik der Freiheit und modernes Menschenbild, Freiburg, 1998
· Πελεγρίνης Θ., Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας,, Αθήνα, 1998
· Πενολίδης Θ., Τα όρια του μεθοδολογικού επιχειρήματος στην φιλοσοφία του Descartes και του Spinoza, Θεσσαλονίκη, 2004
· Ross W. D., Aristotle, 1977
Critical philosophy and Metaphysics
Critical philosophy comes as a radical, innovative form of judging the unknown, not as eclecticism. Kant sees through the flaws of Empiricism and Rationalism and combines the two into a theory that will serve as catalyst for the philosophers of the new generations. Kant strives for a philosophical future, based on sheer fact, not intuition and thus creates epistemology and a new basis for search into the unknown field of Metaphysics. Kant’s new method is the forerunner of a new system. His transcendental idealism is focus on the immortality of the soul, on freedom and on the existence of God. Interest in these areas is unavoidable, inevitable and inherent in the very nature of human reason. All knowledge comes fragmented and only goes as far as the phenomena; it is the a priori cognitions those which categorize the outcome of all human knowledge. The Critique of Pure Reason leads Logos to certain self restraint without which Metaphysics would be a wild goose chase whatsoever.
[i] Μ. Φ. Δημητρακόπουλος, Φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σελ. 7
[ii] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Β 1, Μτφ. Αν. Γιανναρά
[iii] Θ. Πενολίδης, Τα όρια του μεθοδολογικού επιχειρήματος στην φιλοσοφία του Descartes και του Spinoza. Δοκιμή μιας κριτικής από την άποψη του υπερβατολογικού ιδεαλισμού, σελ. 88
[iv] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Β 6, Μτφ Αν. Γιανναρά
[v] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Β VII, Μτφ. Αν. Γιανναρά
[vi] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Β 3- Β 4
[vii] Μ. Φ. Δημητρακόπουλος, Φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σελ. 74
[viii] W. D. Ross, Aristotle, Ch. 6
[ix] Μ. Φ. Δημητρακόπουλος, Φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σελ. 62
[x] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, A XII
[xi] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, B XV
[xii] Ibid, B XXIII
[xiii] Μ. Φ. Δημητρακόπουλος, Φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού, σελ. 11
[xiv] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Β ΧΧΙΧ
[xv] Ibid, Β ΧΧΧ
[xvi] Ibid, Β ΧΧΧ, Σχόλιο Αν. Γιανναρά
[xvii] Ibid, Β ΧΧΧ
[xviii] Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, Β ΧΧΧVI
[xix] Ουμπέρτο Έκο, Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος, σελ. 82-83
Περισσότερα... »