Από τα αρχαία χρόνια η υφαντική ήταν συνδεδεμένη με την Αράχνη μια υφάντρα από την Λυδία, που ήρθε αντιμέτωπη με την θεά Αθηνά που θεωρείτο η προστάτιδα της υφαντικής , η οποία και χάρισε στους ανθρώπους την γνώση της τέχνης αυτής. Οι άνθρωποι έτσι έμαθαν να φτιάχνουν ρούχα, χαλιά, στρωσίδια . Η Αράχνη ήταν κόρη του βαφέα Ίδμονα από την
Κολοφώνα. Η υφαντική της τέχνη ήταν τόσο ξακουστή ώστε ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της. Πολλοί πίστευαν πως η επιδεξιότητά της Αράχνης οφείλεται στην θεά Αθήνα η οποία της δίδαξε την τέχνη αλλά η ίδια το αρνιόταν και για να αποδείξει την αξία της προκάλεσε σε διαγωνισμό την θεά για να φανεί ποια υφαίνει καλύτερα.
Η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε γριά προσπαθώντας να συνετίσει την Αράχνη λέγοντας της ότι ήταν ασέβεια να προσπαθεί κάποιος να αναμετρηθεί με τους θεούς. Όμως η Αράχνη δεν άκουσε τις συμβουλές της και συνέχισε να προκαλεί τη θεά. Τότε η Αθηνά πήρε την κανονική της μορφή κι ο αγώνας άρχισε. Το υφαντό της Αθηνάς είχε δυο θέματα. Το κεντρικό θέμα ήταν ο αγώνας της με τον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα για την προστασία της Αθήνας. Το άλλο απεικόνιζε τέσσερις θνητούς (ένας σε κάθε γωνία του υφαντού) να τιμωρούνται γιατί είχαν τολμήσει να αναμετρηθούν με τους θεούς. Η Αράχνη στο δικό της υφαντό είχε παραστήσει τους έρωτες του Δία και άλλων θεών με θνητές καθώς και τις μορφές που είχαν πάρει για πετύχουν το σκοπό τους .Η Αθηνά πήρε το έργο της Αράχνης στα χέρια της και προσπάθησε να του βρει ψεγάδια. Όταν δεν κατάφερε να του βρει κάποιο ελάττωμα θυμωμένη από τις παραστάσεις του υφαντού και τυφλωμένη από την ζήλια το έσκισε και χτύπησε με το αδράχτι της την κοπέλα στο πρόσωπο. Η Αράχνη από ντροπή για την προσβολή που της έγινε επιχείρησε να κρεμαστεί. Η θεά όμως δεν την άφησε να πεθάνει. Την μεταμόρφωσε στο γνωστό έντομο και την καταράστηκε να είναι πάντα κρεμασμένη καθώς θα εξασκεί την παλιά της τέχνη. Από τότε μέχρι σήμερα η υφαντική έχει αναπτυχθεί, όχι μόνο για να καλύψει τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες, εκείνες δηλαδή που προστάτευαν τον άνθρωπο από τις άσχημες καιρικές συνθήκες αλλά έγινε και σήμα κατατεθέν ώστε να κατηγοριοποιούνται οι άνθρωποι σε κοινωνικές τάξεις. Άλλα υφάσματα θα φορούσαν και θα κοσμούσαν το παλάτι ενός βασιλιά ή ενός πλούσιου ανθρώπου και με άλλα υφάσματα θα ντυνόταν και θα είχε το σπίτι ενός φτωχού ανθρώπου. Η μεγαλύτερη άνθηση της ελληνικής υφαντικής συμπίπτει με την εποχή της γενικής αναγέννησης του Ελληνισμού και καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα. Τέχνη ανέκαθεν γυναικεία και οικιακή, η υφαντική εξελίσσεται κατά την εποχή αυτή και σε οργανωμένη ανδρική βιοτεχνία, που δεν περιορίζεται μόνο στην εξυπηρέτηση των σπιτικών αναγκών αλλά ανταποκρίνεται και σε πλατιές εμπορευματικές και εξαγωγικές απαιτήσεις. Η μεγάλη λαογράφος μας Πόπη Ζώρα αναφέρει: «Η υφαντική-κεντητική είναι ο λαμπρότερος και διακοσμητικότερος κλάδος της ελληνικής τέχνης και παρουσιάζει ιδιαίτερο καλλιτεχνικό και λαογραφικό ενδιαφέρον».
Τα έργα της υφαντικής διακρίνονταν κυρίως για τους χρωματικούς συνδυασμούς τους και τον πλούτο των διακοσμητικών θεμάτων. Τα χρώματα, βαμμένα με φυτικές χρωστικές ουσίες (ρίζες, φύλλα, καρποί φυτών κ.ά.) έδιναν στα ελληνικά υφαντά αρμονικές συνθέσεις. Απαραίτητο εξάρτημα για την ύφανση των κάθε λογής υφαντών, που δεν έλειπε από κανένα σπίτι, ήταν ο ξύλινος αργαλειός. Υπάρχει κάποια παράδοση μεταφρασμένη στα Τσακώνικα σχετικά με τον αργαλειό και είναι η εξής: «Πήγε ο Χριστός και βρήκε μια γυναίκα που ύφαινε. -Τι κάνεις εδώ; Την ρώτησε.- Υφαίνω, απάντησε εκείνη.Έκοβε την κλωστή της σαΐτας και την περνούσε από το άλλο μέρος και πάλι την έκοβε.-Γιατί την κόβεις την κλωστή; Της είπε ο Χριστός.-Μα τι να κάνω; Θέλω να υφάνω! Απάντησε εκείνη-Όχι δεν θα το κάνεις έτσι. Την συμβούλεψε ο Χριστός παρόλο που η γυναίκα δεν είχε αντιληφθεί ποιος ήταν.-Πώς να το κάνω; Είπε εκείνη.-Μην την κόβεις την κλωστή. Της είπε ο Χριστός.Η γυναίκα στάθηκε.-Ρίξε τη σαΐτα από εδώ προς τα εκεί και από εκεί προς τα εδώ χωρίς να κόψεις την κλώστη. Να έτσι θα υφάνεις! Είπε ο Χριστός.Η γυναίκα το έκανε έτσι και πήγε και το είπε σε μια γειτόνισσά της.-Γειτόνισσα, ποιος σου έδειξε έτσι και υφαίνεις; Ρώτησε η γειτόνισσα.-Μόνη μου, ολομόναχη το έκανα! Απάντησε εκείνη.Ο Χριστός έφυγε και την καταράστηκε τη γυναίκα, για την απάντηση που έδωσε. Και είπε:-Να δουλεύεις ολημερίς και η δουλειά που θα κάνεις όλη την ημέρα να είναι τόσο λίγη που να την παίρνεις κάτω από τη μασχάλη σου και να πηγαίνεις, να μη φαίνεται η δουλειά σου». Αυτός είναι και ο λόγος που οι γυναίκες υφαίνουν τόσο λίγο πανί μέσα σε μια μέρα. Στον ελλαδικό χώρο οι ξύλινοι αργαλειοί, διακρινόταν σε τρεις τύπους : α) τον όρθιο
β)τον πλαγιαστό
Η Τσακωνιά φημίζεται για τα υφαντά της καθώς είναι γνωστά τα Κοσμίτικα υφαντά και τα κεντήματα, που τα σχεδίαζαν και τα έφτιαχναν οι Κοσμίτισσες με τα χέρια τους ή χρησιμοποιώντας τον αργαλειό. Η υφαντική τέχνη, η οποία ξεκίνησε στην Τσακωνιά από το τέλος του 18ου αιώνα και αρχές του 19ου αιώνα (ένα κιλίμι από το 1890 στη μονή Ελώνης πιστοποιεί την ύπαρξη της) για καθαρά πρακτικούς και βιοποριστικούς λόγους. Αρχικά ύφαιναν σακιά για τη μεταφορά των σιτηρών από τα χωράφια, ταγάρια για να παίρνουν στη δουλειά τους τοποθετώντας μέσα τα τρόφιμά τους και διαδρόμους και κιλίμια για να
στρώνουν τα σπίτια τους το χειμώνα ή για να τα δώσουν προίκα στα παιδιά τους.
Το είδος του αργαλειού που χρησιμοποιούταν στην Τσακωνιά ήταν ο όρθιος οι λόγοι είναι οι εξής: α)σε αυτόν τα υφαντά βγαίνουν μονοκόμματα γι’ αυτό και είναι μεγαλύτερης ανθεκτικότητας και β)υφαίνεται στις διαστάσεις που ο καθένας επιθυμεί. Αρχικά τα σχέδιά τους ήταν απλά, έπειτα γεωμετρικά και αργότερα η θεματολογία τους ήταν παρμένη από τη φύση από όπου προέρχονταν και τα υλικά για το χρωματισμό των νημάτων. Στο θέμα του αργαλειού πρέπει να αναφέρουν ότι υπάρχουν λίγοι βέβαια Κοσμίτες χτενάδες ή " Γιωργατζάδες" οι οποίοι κατασκευάζουν τα χτένια του αργαλειού από καλάμι. Το επάγγελμα του χτενοποιού το ασκούσαν για πολλά χρόνια, κατά αποκλειστικότητα στην Ελλάδα, οι Κοσμίτες. Αυτοί που κατασκεύαζαν χτένια του αργαλειού από καλάμι τους έλεγαν «Γιωργατζάδες». Το ίδιο γνωστά με την κατασκευή των χτενιών είναι και τα φημισμένα χειροποίητα κοσμίτικα υφαντά και τα κεντήματα που τα σχεδίαζαν και τα έφτιαχναν οι Κοσμίτισσες με τα χέρια τους στον αργαλειό. Για τους «Γιωργατζάδες» τεχνίτες, με την πείρα που διαθέτανε αλλά και το μεράκι που βάζανε πάνω στην τέχνη τους, η δουλειά τους γινόταν εύκολη. Ήταν πραγματικά αξιοπρόσεκτος ο ρυθμός και η ταχύτητα με την οποία πλέκανε, καθιστοί σ' ένα ξύλινο σκαμνί, τα χτένια. Οι καλοί τεχνίτες μπορούσαν να ετοιμάσουν μέσα σε μία ημέρα, μέχρι και οχτώ χτένια και οι συνδυασμοί χρωμάτων ήταν: κίτρινο καλάμι με κόκκινη ή άσπρη, ή μαύρη ή μπλε κλωστή για να δώσουν στο χτένι την ξεχωριστή του χάρη. Πάνω στα «κεφαλάρια» του χτενιού, ανάλογα με το κέφι τους χάραζαν ημερομηνίες και σύμβολα (σταυρούς, καρδιές, ήλιους, λουλούδια κλπ.) ονόματα και φυσικά το όνομα του χωριού τους, με το οποίο ακόμα και τώρα συνδέονται συναισθηματικά. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι «Γιωργατζάδες» χαρακτηρίζονταν από ανεπτυγμένο αίσθημα ομαδικότητας και θεωρούσαν ότι η τέχνη τους ήταν μοναδική. Αυτό αποδεικνύεται απ' το γεγονός ότι μεταξύ τους είχαν αναπτύξει μία δικιά τους συναισθηματική διάλεκτο, τα «Γιωργατζίδικα» που ίσως να τους βοηθούσε να κρατήσουν τα μυστικά του επαγγέλματος. Στον Κοσμά, διατηρείται ακόμη και σήμερα λαογραφική συλλογή που στεγάζεται στο κτήριο της Κοινότητας και περιέχει αντικείμενα της καθημερινής ζωής, υφαντά και κεντήματα . Πλούσια συλλογή υφαντών και φορεσιών φτιαγμένων σε αργαλειό διαθέτει και το Λαογραφικό Μουσείο των Μελάνων. Στον Τυρό πάνω στο δρόμο Αθηνών-Λεωνιδίου η κα. Ψαρολόγου Θωμάη διατηρεί εργαστήρι και συνεχίζει την παράδοση του όρθιου αργαλειού. Δέχεται παραγγελίες φτιάχνοντας ρούχα, κιλίμια, ταγάρια κ.ά. από οπουδήποτε και αν ζητηθεί χάρη στην ιστοσελίδα που έχει δημιουργήσει και στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση: www.tsakonikaifanta.gr, εκεί μπορούμε να δούμε και φωτογραφίες της δουλειάς της.
Παρασκευά Μαρία Τελειόφοιτη ΜΠΣ: «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Τυρός Αρκαδίας Τσακωνιά" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
